σίτινος

σίτινος
η, ον см. σιταρένιος

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "σίτινος" в других словарях:

  • σίτινος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίτινος — η, ο / σίτινος, ίνη, ον, ΝΜΑ αυτός που προέρχεται ή παρασκευάζεται από σίτο, σιταρήσιος, σταρένιος (α. «ἄχυρον σίτινον», πάπ. β. «σίτινον ἄλευρον», Θεοφαν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < σῖτος + κατάλ. ινος (πρβλ. λίθ ινος)] …   Dictionary of Greek

  • σιτίνων — σίτινος fem gen pl σίτινος masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίτινον — σίτινος masc acc sg σίτινος neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτίνη — σίτινος fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτίνην — σίτινος fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτίνης — σίτινος fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτίνοις — σίτινος masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτίνου — σίτινος masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σιτίνῳ — σίτινος masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σίτινα — σίτινος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»